Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Speaking terms
01
μιλάνε μεταξύ τους, έχουν επαφή
a two-sided relationship in which two people greet each other or have casual conversations
idiom
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Despite their differences, they managed to maintain speaking terms throughout the project.
Ακόμα μιλάω με τον πρώην μου.



























