yellow streak
ye
ˈjɛ
ye
llow
ləʊ
lew
streak
stri:k
strik

Ορισμός και σημασία του "yellow streak"στα αγγλικά

01

δειλία, έλλειψη θάρρους

one's lack of courage to deal with painful or dangerous situations 
yellow streak definition and meaning
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
yellow streaks
Παραδείγματα
He showed a yellow streak when the fight started. 

Όταν άρχισε ο καβγάς, φάνηκε η δειλία του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store