Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wise owl
01
σοφός και έμπειρος, άνθρωπος με κρίση
someone who possesses great wisdom and good judgment, often referred to old people
idiom
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wise owls
Παραδείγματα
She 's young, but she already sounds like a wise owl.
Είναι νέα, αλλά ήδη μιλά σαν άνθρωπος με κρίση.



























