Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ride a wave of something
[ride] on (a|the) wave of {sth}
to ride a wave of something
01
καβαλά το κύμα, εκμεταλλεύεται την επιτυχία
to enjoy or benefit from a period of sudden success that something has brought
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
The band rode the wave of its first hit song.
Το συγκρότημα καβάλησε το κύμα της πρώτης του επιτυχίας.



























