Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Love nest
01
κρυφό καταφύγιο εραστών, μυστικό στέκι για ζευγάρι
a private, often secret, place where two people in a romantic relationship spend time together without anyone disturbing them
χιουμοριστικό
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
love nests
Παραδείγματα
They rented a small apartment as their love nest.
Νοίκιασαν ένα μικρό διαμέρισμα για να μένουν οι δυο τους κρυφά.



























