Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Late unpleasantness
01
πρόσφατη δυσάρεστη εμπειρία, πρόσφατη σύγκρουση
used for referring to a recent war or conflict
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The book goes over the late unpleasantness of the last election, and the ructions it has caused across the country.
Το βιβλίο ασχολείται με τις πρόσφατες δυσάρεστες εκδηλώσεις των τελευταίων εκλογών και τις αναταραχές που προκάλεσαν σε όλη τη χώρα.



























