late unpleasantness
late
ˈleɪt
leit
unp
ʌnp
anp
lea
le
sant
zənt
zēnt
ness
nəs
nēs

Ορισμός και σημασία του "late unpleasantness"στα αγγλικά

Late unpleasantness
01

πρόσφατη δυσάρεστη εμπειρία, πρόσφατη σύγκρουση

used for referring to a recent war or conflict 
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The book goes over the late unpleasantness of the last election, and the ructions it has caused across the country. 

Το βιβλίο ασχολείται με τις πρόσφατες δυσάρεστες εκδηλώσεις των τελευταίων εκλογών και τις αναταραχές που προκάλεσαν σε όλη τη χώρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store