Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
large and in charge
01
δυναμικός και κυρίαρχος, με αυτοπεποίθηση και έλεγχο
having power or authority and commanding respect and attention, often implying confidence, assertiveness, and control
επιδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
She walked into the room large and in charge.
Μπήκε στο δωμάτιο δυναμικά και με αυτοπεποίθηση.



























