Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to have enough of somebody or something
[have] enough
to have enough of somebody or something
01
έχω φτάσει στα όριά μου, έχω βαρεθεί με κάποιον/κάτι
to no longer have the tolerance to endure more of something
αποδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
I'm having enough of his constant complaints.
Έχω φτάσει στα όριά μου με τις συνεχείς παραπονεσίες του.



























