Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
for company
01
για παρέα, για να μην είναι μόνος
used to refer to something that is done just to make one feel less alone
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
I don't really like coffee; I just drink it for company.
Δεν μου αρέσει πραγματικά ο καφές· τον πίνω μόνο για παρέα.



























