Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flap one's gums
01
μιλάει χωρίς νόημα, λόγια χωρίς αξία
to talk in great length without mentioning anything important or of high value
Dialect
American
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He flapped his gums for an hour without saying anything useful.
Μιλούσε για μια ώρα χωρίς να πει κάτι χρήσιμο.



























