Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come a long way
01
έχει προχωρήσει πολύ, έχει εξελιχθεί πολύ
to have achieved great success or made great progress
Παραδείγματα
She came a long way from being a poor child to becoming a successful businesswoman.
Έχεις προχωρήσει πολύ ως σχεδιαστής.



























