Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to burn one's bridges
[burn] bridges
[burn] bridges with {sb}
to burn one's bridges
01
καίει τις γέφυρες πίσω του, κλείνει τον δρόμο της επιστροφής
to do something or act in a way that makes it impossible to return to previous situation or state
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
Don't burn your bridges when you leave the company.
Μην κάψεις τις γέφυρες πίσω σου όταν φύγεις από την εταιρεία.



























