Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
part and parcel
01
αναπόσπαστο μέρος, βασικό κομμάτι
a part of something that is considered its most integral or essential component
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
Long hours of hard work are part and parcel of achieving success in any field.
Το άγχος είναι αναπόσπαστο μέρος της λειτουργίας μιας μικρής επιχείρησης.
LanGeek



























