Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in action
01
εν ώρα δράσης, όταν δείχνει την ικανότητά του
(of a person) doing something one is trained for or is very good at
idiom
Παραδείγματα
I had heard he was good, but seeing him in action was different.
Είχα ακούσει ότι είναι καλός, αλλά το να τον δω εν ώρα δράσης ήταν άλλο πράγμα.
02
στην πράξη, όταν λειτουργεί πραγματικά
(of a thing) serving its purpose or operating in a way that it is designed or programmed
idiom
Παραδείγματα
Once you see the system in action, it becomes easy to understand.
Μόλις δεις το σύστημα όταν λειτουργεί πραγματικά, γίνεται εύκολο να το καταλάβεις.



























