running battle
ru
ˈrʌ
ra
nning
nɪng
ning
ba
ttle
təl
tēl

Ορισμός και σημασία του "running battle"στα αγγλικά

Running battle
01

παρατεταμένη μάχη, συνεχής διαμάχη

an argument or fight with someone that keeps on going for a long time 
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
running battles
Παραδείγματα
The two companies have been locked in a running battle for market dominance, constantly competing for customers and market share. 

Οι δύο εταιρείες έχουν εμπλακεί σε μια συνεχή μάχη για την κυριαρχία της αγοράς, ανταγωνιζόμενες συνεχώς για πελάτες και μερίδιο αγοράς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store