bollard
bo
ˈbɒ
bo
llard
ləd
lēd
collardpollard

Ορισμός και σημασία του "bollard"στα αγγλικά

01

πασσάλος, στύλος κυκλοφορίας

a short post installed on roads and sidewalks to control or direct traffic 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bollards
Παραδείγματα
The bollard marked the boundary of the pedestrian zone. 

Ο στύλος σήμανε το όριο της πεζοδρομημένης ζώνης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store