Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bollard
01
πασσάλος, στύλος κυκλοφορίας
a short post installed on roads and sidewalks to control or direct traffic
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bollards
Παραδείγματα
The bollard marked the boundary of the pedestrian zone.
Ο στύλος σήμανε το όριο της πεζοδρομημένης ζώνης.



























