nervous wreck
ner
ˈnɜ:
vous
vəs
vēs
wreck
rɛk
rek

Ορισμός και σημασία του "nervous wreck"στα αγγλικά

01

ράκος από το άγχος, πολύ αγχωμένος

a person who is extremely worried or upset 
nervous wreck definition and meaning
αποδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
nervous wrecks
Παραδείγματα
She was a nervous wreck before the interview. 

Πριν από τη συνέντευξη ήταν ράκος από το άγχος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store