Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
(as) busy as a bee
01
πολυάσχολος, πνιγμένος στη δουλειά
extremely busy with work, activities, etc.
idiom
Παραδείγματα
He is always busy as a bee, moving from one task to another.
Είναι πάντα πολυάσχολος, περνώντας από τη μία δουλειά στην άλλη.



























