Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
(as) bold as brass
01
θρασύς και άνετος, χωρίς ίχνος ντροπής
used to describe a person who is annoyingly confident
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He walked in bold as brass and asked for a raise on his first day.
Μπήκε με θράσος και ζήτησε αύξηση την πρώτη του κιόλας μέρα.



























