long face
long
lɒng
long
face
feɪs
feis

Ορισμός και σημασία του "long face"στα αγγλικά

01

κατεβασμένα μούτρα, μουτρωμένη φάτσα

a disappointed or sad facial expression 
long face definition and meaning
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
long faces
Παραδείγματα
Why the long face? Did something happen? 

Γιατί τέτοια μούτρα; Έγινε κάτι;

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store