dead loss
dead
dɛd
ded
loss
lɒs
los

Ορισμός και σημασία του "dead loss"στα αγγλικά

01

τελείως άχρηστο, χαμένος κόπος

a situation or activity that is not productive 
dead loss definition and meaning
αποδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dead losses
Παραδείγματα
The meeting was a dead loss; we made no decisions. 

Η συνάντηση ήταν τελείως άχρηστη· δεν πήραμε καμία απόφαση.

02

εντελώς άχρηστος, δεν κάνει για τίποτα

someone who accomplishes nothing or is of no use 
Dialectbritish flagBritish
dead loss definition and meaning
αποδοκιμαστικό
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
He was a dead loss in the kitchen. 

Στην κουζίνα ήταν εντελώς άχρηστος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store