bole
bole
bəʊl
bewl
boulebogle

Ορισμός και σημασία του "bole"στα αγγλικά

01

κορμός, στέλεχος

the cylindrical lower portion of a tree located above the roots and below the branches 
bole definition and meaning
Παραδείγματα
The old oak tree had an enormous bole nearly 6 feet in diameter at its base. 

Η παλιά δρυς είχε έναν τεράστιο κορμό σχεδόν 6 ποδιών σε διάμετρο στη βάση του.

02

μπόλε, μια τσαδική γλώσσα που ομιλείται στη βόρεια Νιγηρία και σχετίζεται στενά με τα Χάουσα

a Chadic language spoken in northern Nigeria and closely related to Hausa 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
boles
03

bole, μαλακό λαδερό πηλό που χρησιμοποιείται ως χρωστική ουσία (ειδικά ένα κοκκινωπό καφέ χρωστική ουσία)

a soft oily clay used as a pigment (especially a reddish brown pigment) 
01

βαθύ κοκκινωπό-καφέ, χρώμα τερακότα

of a deep reddish-brown color often found in earth pigments, resembling the color of terracotta clay 
bole definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
bolest
συγκριτικός βαθμός
boler
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her leather boots had a stylish bole hue, blending well with her outfit. 

Οι δερμάτινες μπότες της είχαν μια κομψή απόχρωση bole, που ταίριαζε καλά με το ντύσιμό της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store