Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
me-too
01
me-too, μιμητικό
(of a product or business) imitating another thing that has been successful in order to achieve success
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most me-too
συγκριτικός βαθμός
more me-too
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
business, products, competition



























