Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
01
με
(objective first-person singular pronoun) used by the speaker to refer to themselves when they are the object of a sentence
Παραδείγματα
He gave the book to me.
Μου έδωσε το βιβλίο.
01
Μέιν, η πολιτεία του Μέιν
a state in New England
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
κύριο



























