Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
last-gasp
01
της τελευταίας στιγμής, στο τελευταίο λεπτό
carried out or achieved at the very last moment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most last-gasp
συγκριτικός βαθμός
more last-gasp
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
time, effort, achievement
LanGeek



























