Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hammer away at
[phrase form: hammer]
01
δουλεύω ακούραστα, επίμονα συνεχίζω
to make a great and persistent effort in order to accomplish or resolve a task or problem
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away at
βασικό ρήμα
hammer
ενεστώτας
hammer away at
γ΄ ενικό πρόσωπο
hammers away at
ενεστώτα μετοχή
hammering away at
απλός αόριστος
hammered away at
παθητική μετοχή
hammered away at
Παραδείγματα
He hammered away at the puzzle until he solved it.
Δούλεψε σκληρά στο παζλ μέχρι να το λύσει.



























