long-haul
long
lɒng
long
haul
hɔ:l
hawl

Ορισμός και σημασία του "long-haul"στα αγγλικά

01

μακράς απόστασης, μεγάλης διάρκειας

traveling over a long distance, particularly when it involves transporting passengers or goods 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Long-haul flights typically include amenities such as meals and entertainment to keep passengers comfortable during extended travel. 

Οι μακρινές πτήσεις περιλαμβάνουν συνήθως παροχές όπως γεύματα και ψυχαγωγία για να διατηρήσουν τους επιβάτες άνετους κατά τη διάρκεια παρατεταμένων ταξιδιών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store