long-haul
long
lɑ:ng
λανγκ
haul
hɔl
χολ
/lˈɒŋhˈɔːl/

Ορισμός και σημασία του "long-haul"στα αγγλικά

01

μακράς απόστασης, μεγάλης διάρκειας

traveling over a long distance, particularly when it involves transporting passengers or goods
Παραδείγματα
Long-haul buses provide an affordable option for travelers crossing the country without flying.
Τα λεωφορεία μεγάλης απόστασης προσφέρουν μια οικονομική επιλογή για τους ταξιδιώτες που διασχίζουν τη χώρα χωρίς πτήση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store