Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dial in
01
συγκεντρώνομαι, εστιάζω
to concentrate and direct all one's effort, attention, and focus toward achieving a particular goal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
dial
ενεστώτας
dial in
γ΄ ενικό πρόσωπο
dials in
ενεστώτα μετοχή
dialing in
απλός αόριστος
dialed in
παθητική μετοχή
dialed in
Παραδείγματα
Recognizing the importance of the project, she decided to dial in and focus on its successful completion.
Αναγνωρίζοντας τη σημασία του έργου, αποφάσισε να επικεντρωθεί και να εστιάσει στην επιτυχή ολοκλήρωσή του.
02
καλώ, παίρνω τηλέφωνο
to input a phone number into a telephone or communication device
Παραδείγματα
Participants from around the world were instructed to dial in at the scheduled time for the virtual meeting.
Οι συμμετέχοντες από όλο τον κόσμο κλήθηκαν να καλέσουν τον αριθμό την προγραμματισμένη ώρα για την εικονική συνάντηση.



























