Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dial in
[phrase form: dial]
01
συγκεντρώνομαι, εστιάζω
to concentrate and direct all one's effort, attention, and focus toward achieving a particular goal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
dial
ενεστώτας
dial in
γ΄ ενικό πρόσωπο
dials in
ενεστώτα μετοχή
dialing in
απλός αόριστος
dialed in
παθητική μετοχή
dialed in
Παραδείγματα
The entrepreneur had to dial in and navigate challenges strategically to ensure the success of the startup.
Ο επιχειρηματίας έπρεπε να επικεντρωθεί και να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις στρατηγικά για να εξασφαλίσει την επιτυχία της startup.
02
καλώ, παίρνω τηλέφωνο
to input a phone number into a telephone or communication device
Παραδείγματα
In the age of remote work, many professionals dial in to virtual meetings from the comfort of their homes.
Στην εποχή της τηλεργασίας, πολλοί επαγγελματίες καλούν για να συμμετάσχουν σε εικονικές συναντήσεις από την άνεση του σπιτιού τους.



























