wunderkind
wunderkind
'wʊndəkaɪnd
voondēkaind

Ορισμός και σημασία του "wunderkind"στα αγγλικά

01

θαυματοπαίδι, νεαρό ταλέντο

a young person who achieves remarkable success 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wunderkinds
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store