Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
advantaged
01
προνόμιος, πλεονεκτικός
having more power or a better position due to a higher social or financial status
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most advantaged
συγκριτικός βαθμός
more advantaged
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
social status, economics, inequality
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
disadvantaged
advantaged
advantage



























