Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to parlay into
[phrase form: parlay]
01
μετατρέπω σε, μεταμορφώνω σε
to use one thing or a particular quality to achieve success or gain a bigger or better thing
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
into
βασικό ρήμα
parlay
ενεστώτας
parlay into
γ΄ ενικό πρόσωπο
parlays into
ενεστώτα μετοχή
parlaying into
απλός αόριστος
parlayed into
παθητική μετοχή
parlayed into
Παραδείγματα
The writer was able to parlay the success of his first book into a lucrative movie deal.
Ο συγγραφέας κατάφερε να μετατρέψει την επιτυχία του πρώτου του βιβλίου σε μια επικερδή συμφωνία ταινιών.



























