Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
kick-ass
01
εξαιρετικός, φανταστικός
extremely good and successful, particularly in an impactful way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most kick-ass
συγκριτικός βαθμός
more kick-ass
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
quality, performance, impact
LanGeek



























