Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gimme
01
παιχνιδάκι, του κουτιού
something that is extremely easy to do, perform, or achieve
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gimmes



























