Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go up in smoke
01
πάει χαμένο, ναυαγεί τελείως
(of plans, hopes, etc.) to come to nothing or fail completely, often resulting in disappointment or loss
ιδιωματισμός
Παραδείγματα
All our plans went up in smoke when the funding was cut.
Όλα τα σχέδιά μας πήγαν χαμένα όταν κόπηκε η χρηματοδότηση.



























