look-in
look
lʊk
λουκ
in
ɪn
ιν

Ορισμός και σημασία του "look-in"στα αγγλικά

01

μια ευκαιρία να συμμετάσχει, μια ευκαιρία για επιτυχία

a chance to be chosen, take part in something, or succeed in it 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
look-ins
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store