Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Look-in
01
μια ευκαιρία να συμμετάσχει, μια ευκαιρία για επιτυχία
a chance to be chosen, take part in something, or succeed in it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
look-ins
LanGeek



























