rescue worker
Pronunciation
/ɹˈɛskjuː wˈɜːkɚ/

Ορισμός και σημασία του "rescue worker"στα αγγλικά

01

εργάτης διάσωσης, διασώστης

someone whose job is to save a person from harm or danger after an accident or disaster
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rescue workers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store