Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rescue worker
01
εργάτης διάσωσης, διασώστης
someone whose job is to save a person from harm or danger after an accident or disaster
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rescue workers



























