Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gamble on
[phrase form: gamble]
01
στοιχηματίζω σε, ρισκάρω σε
to take a risk on a particular outcome, often with uncertain results
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
gamble
ενεστώτας
gamble on
γ΄ ενικό πρόσωπο
gambles on
ενεστώτα μετοχή
gambling on
απλός αόριστος
gambled on
παθητική μετοχή
gambled on
Παραδείγματα
They gambled on the stock market, investing a significant portion of their savings.
Παίξανε στο χρηματιστήριο, επενδύοντας ένα σημαντικό μέρος των αποταμιεύσεών τους.



























