Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Birdwatcher
01
παρατηρητής πουλιών, ορνιθοπαρατηρητής
* a person who watches birds in their natural environment and identifies different species as a hobby
γραμματικές πληροφορίες
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
birdwatcher
birdwatch
bird
watch



























