Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Foosball
01
ποδοσφαιράκι, foosball
a table game resembling football in which players attempt to score goals by turning side handles that have figures of football players attached to them
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
foosball tables
Παραδείγματα
We played foosball for hours at the party last night.
Παίξαμε ποδοσφαιράκι για ώρες στο πάρτι χθες το βράδυ.



























