Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
thatched
01
αχυρένιος, με αχυρένια στέγη
(of a house or building) having a roof made of dried straw, leaves etc.
Παραδείγματα
The stormy weather threatened the stability of the fragile thatched roofs in the coastal village.
Οι καταιγίδες απειλούσαν τη σταθερότητα των εύθραυστων αχυροσκεπών στο παραθαλάσσιο χωριό.
Λεξικό Δέντρο
thatched
thatch



























