terraced
Pronunciation
/ˈtɛɹəst/

Ορισμός και σημασία του "terraced"στα αγγλικά

01

σε σειρά, διπλανός

(of a number of identical houses) forming a continuous row by sharing common dividing walls
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store