be to
Pronunciation
/biː tˈuː/

Ορισμός και σημασία του "be to"στα αγγλικά

01

πρέπει, προγραμματίζεται

used for expressing possibility or for indicating something that is due to happen or take place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
be
ενεστώτας
be to
γ΄ ενικό πρόσωπο
is to
ενεστώτα μετοχή
being to
απλός αόριστος
was to
παθητική μετοχή
been to
Παραδείγματα
If we are to win this game, we must play our best.
Αν πρέπει να κερδίσουμε αυτό το παιχνίδι, πρέπει να παίξουμε το καλύτερο δυνατό.
1.1

πρέπει, οφείλω

used to express necessity or obligation
Παραδείγματα
All employees are to wear identification badges while on company premises.
Όλοι οι εργαζόμενοι πρέπει να φορούν σήματα ταυτότητας ενώ βρίσκονται στις εγκαταστάσεις της εταιρείας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store