Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
be to
01
πρέπει, προγραμματίζεται
used for expressing possibility or for indicating something that is due to happen or take place
Παραδείγματα
If we are to win this game, we must play our best.
Αν πρέπει να κερδίσουμε αυτό το παιχνίδι, πρέπει να παίξουμε το καλύτερο δυνατό.
1.1
πρέπει, οφείλω
used to express necessity or obligation
Παραδείγματα
All employees are to wear identification badges while on company premises.
Όλοι οι εργαζόμενοι πρέπει να φορούν σήματα ταυτότητας ενώ βρίσκονται στις εγκαταστάσεις της εταιρείας.



























