Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Political asylum
01
πολιτικό άσυλο, πολιτική προστασία
the protection that a country grants to someone who has fled their home country because of political reasons
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The government granted political asylum to the journalist who fled from a repressive regime.
Η κυβέρνηση χορήγησε πολιτικό άσυλο στον δημοσιογράφο που διέφυγε από ένα καταπιεστικό καθεστώς.



























