to wipe down
wipe
waɪp
vaip
down
daʊn
dawn

Ορισμός και σημασία του "wipe down"στα αγγλικά

to wipe down
01

σκουπίζω, καθαρίζω την επιφάνεια

to clean the outside or surface of an item using a wet cloth 
to wipe down definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
wipe
ενεστώτας
wipe down
γ΄ ενικό πρόσωπο
wipes down
ενεστώτα μετοχή
wiping down
απλός αόριστος
wiped down
παθητική μετοχή
wiped down
Παραδείγματα
After cooking, she wiped down the stove to keep it clean. 

Μετά το μαγείρεμα, σκούπισε την κουζίνα για να την κρατήσει καθαρά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store