Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slide off
[phrase form: slide]
01
ξεγλιστρώ, φεύγω απαρατήρητος
to leave a place, meeting, or situation without drawing attention to oneself
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
slide
ενεστώτας
slide off
γ΄ ενικό πρόσωπο
slides off
ενεστώτα μετοχή
sliding off
απλός αόριστος
slid off
παθητική μετοχή
slid off
Παραδείγματα
Not wanting to disturb the atmosphere, they chose to slide off the restaurant after finishing their meal.
Δεν θέλοντας να διαταράξουν την ατμόσφαιρα, επέλεξαν να γλιστρήσουν έξω από το εστιατόριο αφού τελείωσαν το γεύμα τους.



























