Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sit on
01
κάθομαι πάνω, αναβάλλω την απόφαση
to refrain from addressing a matter or making a decision
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
sit
ενεστώτας
sit on
γ΄ ενικό πρόσωπο
sits on
ενεστώτα μετοχή
sitting on
απλός αόριστος
sat on
παθητική μετοχή
sat on
Παραδείγματα
The team lead decided to sit on the feedback for a while, allowing team members to reflect on their own before discussing it collectively.
Ο αρχηγός της ομάδας αποφάσισε να καθίσει πάνω στα σχόλια για λίγο, επιτρέποντας στα μέλη της ομάδας να αναλογιστούν μόνοι τους πριν τα συζητήσουν συλλογικά.
02
κρύβω, κρατάω κρυφό
to intentionally keep information, emotions, or a decision, from being expressed or revealed
Παραδείγματα
I can't believe they would sit on such important news without informing the team; transparency is crucial in a workplace.
Δεν μπορώ να πιστέψω ότι θα κρύβανε τόσο σημαντικές ειδήσεις χωρίς να ενημερώσουν την ομάδα· η διαφάνεια είναι κρίσιμη στον χώρο εργασίας.
03
καθίσω σε, είμαι μέλος
to be part of a committee, board, organization, or similar group and hold a position within that particular entity
Παραδείγματα
She decided to sit on the editorial board to contribute her expertise to the publication.
Αποφάσισε να καθίσει στο συμβούλιο της επιτροπής για να συνεισφέρει την εμπειρογνωμοσύνη της στη δημοσίευση.
04
συζητώ, εξετάζω
to engage in a conversation or meeting to address a specific topic or issue
Παραδείγματα
Let's sit on this matter next week and brainstorm potential solutions before making a final decision.
Ας συζητήσουμε αυτό το θέμα την επόμενη εβδομάδα και ας βρούμε πιθανές λύσεις πριν πάρουμε την τελική απόφαση.



























