Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pack out
01
γεμίζω, γεμίζω στο μέγιστο
to fill an arena to its capacity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
pack
ενεστώτας
pack out
γ΄ ενικό πρόσωπο
packs out
ενεστώτα μετοχή
packing out
απλός αόριστος
packed out
παθητική μετοχή
packed out
Παραδείγματα
The rock band's performance packed out the arena within hours of ticket sales.
Η εμφάνιση της ροκ μπάντας γέμισε την αρένα μέσα σε ώρες από την έναρξη των πωλήσεων εισιτηρίων.
02
να παίρνεις πίσω ό, τι έφερες
to carry out all that one has brought into an area, especially regarding waste or trash in outdoor or wilderness settings
Παραδείγματα
To maintain the beauty of the park, officials asked visitors to pack everything out.
Για να διατηρηθεί η ομορφιά του πάρκου, οι υπεύθυνοι ζήτησαν από τους επισκέπτες να παραλάβουν τα πάντα.



























