Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pack out
[phrase form: pack]
01
γεμίζω, γεμίζω στο μέγιστο
to fill an arena to its capacity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
pack
ενεστώτας
pack out
γ΄ ενικό πρόσωπο
packs out
ενεστώτα μετοχή
packing out
απλός αόριστος
packed out
παθητική μετοχή
packed out
Παραδείγματα
Every time she gives a lecture, she packs out the auditorium.
Κάθε φορά που δίνει διάλεξη, γεμίζει το αμφιθέατρο.
02
να παίρνεις πίσω ό, τι έφερες
to carry out all that one has brought into an area, especially regarding waste or trash in outdoor or wilderness settings
Παραδείγματα
If you bring snacks on the hike, make sure you pack out all your wrappers.
Αν φέρετε σνακ στην πεζοπορία, βεβαιωθείτε ότι παίρνετε πίσω όλες τις συσκευασίες σας.



























