Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pack off
01
φεύγω βιαστικά, κατευθύνομαι βιαστικά
to go somewhere, especially in a hurry or with little preparation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
pack
ενεστώτας
pack off
γ΄ ενικό πρόσωπο
packs off
ενεστώτα μετοχή
packing off
απλός αόριστος
packed off
παθητική μετοχή
packed off
Παραδείγματα
She immediately packed off to the hospital after hearing about her friend's accident.
Αμέσως αναχώρησε για το νοσοκομείο αφού άκουσε για το ατύχημα της φίλης της.
02
αποστέλλω, στέλνω ξαφνικά
to send someone or something somewhere, especially suddenly or without much preparation
Παραδείγματα
The company packed him off to a remote location for the project.
Η εταιρεία τον έστειλε σε μια απομακρυσμένη τοποθεσία για το έργο.



























