Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pack off
[phrase form: pack]
01
φεύγω βιαστικά, κατευθύνομαι βιαστικά
to go somewhere, especially in a hurry or with little preparation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
pack
ενεστώτας
pack off
γ΄ ενικό πρόσωπο
packs off
ενεστώτα μετοχή
packing off
απλός αόριστος
packed off
παθητική μετοχή
packed off
Παραδείγματα
When he learned about the special event in the city, he just packed off without telling anyone.
Όταν έμαθε για την ειδική εκδήλωση στην πόλη, απλά έφυγε χωρίς να πει σε κανέναν.
02
αποστέλλω, στέλνω ξαφνικά
to send someone or something somewhere, especially suddenly or without much preparation
Παραδείγματα
We need to pack these shipments off by tomorrow.
Πρέπει να αποστείλουμε αυτές τις αποστολές μέχρι αύριο.



























